Κυδαθηναίων 9 είναι το σπίτι όπου ζούσε ο Γεώργιος Σεφέρης, όταν ήταν στην Ελλάδα, και από πάνω ζούσε η αδελφή του Ιωάννα με τον σύζυγό της Κωνσταντίνο Τσάτσο.

Κυδαθηναίων 9 είναι το σπίτι όπου ζούσε ο Γεώργιος Σεφέρης, όταν ήταν στην Ελλάδα, και από πάνω ζούσε η αδελφή του Ιωάννα με τον σύζυγό της Κωνσταντίνο Τσάτσο.



25 Απρίλη 1943


Πώς χτυπούσαν έτσι τα κουδούνια της πάνω και της κάτω εξώπορτας του σπιτιού. Έτρεξα να ανοίξω η ίδια . Ήταν δυο Γερμανοί αξιωματικοί και ένας Έλληνας. Ο ένας αξιωματικός κρατούσε τυλιγμένο σύρμα στα χέρια του.

-«Θέλομε το σπίτι σου», είπε ξεκάθαρα ο ρωμηός.

Μπήκαν μέσα και προχωρούσαν στα σαλόνια και στα δωμάτια, σαν να ήταν όλα δικά τους. Τους ακολουθούσα, χωρίς να καταλαβαίνω  καλά καλά τι συμβαίνει. Ανέβηκαν στην ταράτσα. Ο αξιωματικός που κρατούσε το σύρμα, έδεσε την μιαν άκρη σε ένα στύλο, κι έριξε το δέμα προς την ταράτσα του πλαϊνού σπιτιού, που ήταν επιταγμένο κι αυτό. Έμοιαζαν ευχαριστημένοι. Τους άρεσε το περιβολάκι. Μου είπαν πως θα έρθουν το απόγευμα μαζί με τους άλλους και έφυγαν.

Έμεινα στήλη άλατος. Και τώρα πού θα πάμε; Τι να μεταφέρω και πού να τα μεταφέρω; Είναι και το σπίτι του πατέρα από κάτω, γεμάτο πράγματα αξίας, σαν μουσείο.

Το κεφάλι μου και η ψυχή μου είναι άδεια.

Εμείς οι γυναίκες έχουμε καμιά φορά ανάποδη ιεραρχία αξιών. Πόλεμος είναι, σκλαβιά, θανατικό, μα το σπίτι είναι σπίτι. Χωρίς αυτό είμαστε γυμνοί, ζητιάνοι.

Τι να κάνω; Νιώθω απόγνωση.

Γονατίζω μπροστά στην Παναγία. Μου φαίνεται πως μαζί με τον Χριστό κρατά την καρδιά μου στα  χέρια Της.

Δεν έφαγα το μεσημέρι. Το κεφάλι μου πονούσε πολύ. Νόμιζα πως είχα πάθει συμφόρηση. Ξάπλωσα μια στιγμή και θα αποκοιμήθηκα βέβαια. Γιατί όνειρο ήταν. Ό,τι με κρατούσε πάνω στην σκληρή, στέρεη γη, είχε σπάσει. Βρέθηκα μόνη μέσα στο δυνατόν αέρα που βούιζε. Τρεμάμενη, στο σκοτεινό διάστημα, ήρθες Εσύ Μεγάλη Σκιά ,να με βοηθήσεις. Κι έβλεπα στρατό, πολύ στρατό να προχωρεί στην οδό Κυδαθηναίων (σ. η οδός όπου βρισκόταν το σπίτι τους). Μια γυναίκα όμως με σκούρα πέπλα άνοιγε τα μπράτσα Της και έκλεινε το δρόμο. Τα μπράτσα Της και τα πέπλα γίνονταν τείχος αδιαπέραστο. Κανείς δεν μπορούσε να εισχωρήσει.

Σηκώθηκα, βαριά, με κόπο, και γονάτισα μπροστά στην εικόνα Της, με μιαν εμπιστοσύνη απέραντης γλύκας. Δεν ξαναφάνηκαν. Και μέσα μου έχω την σιγουριά πώς δεν θα ξαναφανούν.

Από το βιβλίο Φύλλα Κατοχής, της Ιωάννας Τσάτσου, εκδόσεις Εστίας, σ. 89-91





ΠΗΓΗ: ''ΑΝΤΕΧΟΥΜΕ''

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top